Ανεβασμένη πάνω στον κορμό, να αγκαλιάζω το δέντρο και να αφουγκράζομαι.
Να αφουγκράζομαι την σοφία των γηρατειών του, να νιώθω τις βαθιές ρίζες του,
να αισθάνομαι κάθε ραγισματιά του, κάθε σημάδι του και να βιώνω.
Να βιώνω τόσο έντονα την ανθρώπινη υπόστασή μου, να είμαι τόσο μακάρια και τόσο καταραμένη ταυτόχρονα.
Εκεί ανεβασμένη πάνω σε εκείνο τον κορμό.
Σ' ένα δέντρο ανάμεσα σε τόσα άλλα.
Και ένα μάτσο μυρμήγκια πάνω κάτω σαν τρελά.
Κι εγώ να παρακολουθώ.
Παρατηρητής στην μοναδική και αέναη παράσταση της φύσης.
Και σκέφτομαι...
Όπου κι αν βρίσκομαι, ό,τι κι αν βασανίζει το μυαλό μου, όποιον δρόμο κι αν πάρω, όποιους κι αν συναντήσω, εκείνο το δέντρο θα είναι πάντα εκεί.
Θα φιλοξενεί πάντα υπομονετικά μυρμήγκια και τζιτζίκια και θα χαρίζει τα φύλλα του στον ηδονικό αέρα και θα δημιουργεί με τα φύλλα του μουσικές και πάντα θα αντικρίζει τον ήλιο κατάματα.
Τι ωραίο συναίσθημα.
Τι να φοβηθείς μετά από αυτό μικρέ μου εαυτέ?
Τι μπορεί να είναι πιο δυνατό από την ίδια τη ζωή?
Τι μπορεί να είναι πιο ισχυρό από το τώρα αν όχι ένα μάτσο μυρμήγκια?
Τι φοβάσαι ψυχή?
Αφού η θάλασσα πάντα υπάρχει και είναι απέραντη και το φεγγάρι είναι τόσο μακριά για να στο πειράξει κάποιος.