Δεν ήξερες πως οι μοίρες τυχαίες, αντιφατικές κάριες, γράφονται με ανεξίτηλα στυλό
και σου δίνουν δώρο μια σβήστρα?
Ανόητε αδυφάγε καταναλωτή της ζωής, πως νόμιζες πως είναι τα πράγματα?
Κι αν νομίζεις πως ο πελάτης έχει πάντα δίκιο, γελάστηκες.
Τη ζωή δεν την ενδιαφέρει το δίκαιο. Ούτε το άδικο.
Τη ζωή την ενδιαφέρει μονάχα ο θάνατος.
Μέχρι τότε γράφεις...γράφεις.
Μόνο θυμήσου, αν μπορείς να θυμηθείς κάτι που δεν σε συμφέρει,
γράφεις ανεξίτηλα. Και η σβήστρα είναι κάτι σαν γλυκιά αυταπάτη.
Ανεξίτηλα.
Tuesday, August 7, 2007
Saturday, August 4, 2007
Ένα μάτσο μυρμήγκια
Ανεβασμένη πάνω στον κορμό, να αγκαλιάζω το δέντρο και να αφουγκράζομαι.
Να αφουγκράζομαι την σοφία των γηρατειών του, να νιώθω τις βαθιές ρίζες του,
να αισθάνομαι κάθε ραγισματιά του, κάθε σημάδι του και να βιώνω.
Να βιώνω τόσο έντονα την ανθρώπινη υπόστασή μου, να είμαι τόσο μακάρια και τόσο καταραμένη ταυτόχρονα.
Εκεί ανεβασμένη πάνω σε εκείνο τον κορμό.
Σ' ένα δέντρο ανάμεσα σε τόσα άλλα.
Και ένα μάτσο μυρμήγκια πάνω κάτω σαν τρελά.
Κι εγώ να παρακολουθώ.
Παρατηρητής στην μοναδική και αέναη παράσταση της φύσης.
Και σκέφτομαι...
Όπου κι αν βρίσκομαι, ό,τι κι αν βασανίζει το μυαλό μου, όποιον δρόμο κι αν πάρω, όποιους κι αν συναντήσω, εκείνο το δέντρο θα είναι πάντα εκεί.
Θα φιλοξενεί πάντα υπομονετικά μυρμήγκια και τζιτζίκια και θα χαρίζει τα φύλλα του στον ηδονικό αέρα και θα δημιουργεί με τα φύλλα του μουσικές και πάντα θα αντικρίζει τον ήλιο κατάματα.
Τι ωραίο συναίσθημα.
Τι να φοβηθείς μετά από αυτό μικρέ μου εαυτέ?
Τι μπορεί να είναι πιο δυνατό από την ίδια τη ζωή?
Τι μπορεί να είναι πιο ισχυρό από το τώρα αν όχι ένα μάτσο μυρμήγκια?
Τι φοβάσαι ψυχή?
Αφού η θάλασσα πάντα υπάρχει και είναι απέραντη και το φεγγάρι είναι τόσο μακριά για να στο πειράξει κάποιος.
Να αφουγκράζομαι την σοφία των γηρατειών του, να νιώθω τις βαθιές ρίζες του,
να αισθάνομαι κάθε ραγισματιά του, κάθε σημάδι του και να βιώνω.
Να βιώνω τόσο έντονα την ανθρώπινη υπόστασή μου, να είμαι τόσο μακάρια και τόσο καταραμένη ταυτόχρονα.
Εκεί ανεβασμένη πάνω σε εκείνο τον κορμό.
Σ' ένα δέντρο ανάμεσα σε τόσα άλλα.
Και ένα μάτσο μυρμήγκια πάνω κάτω σαν τρελά.
Κι εγώ να παρακολουθώ.
Παρατηρητής στην μοναδική και αέναη παράσταση της φύσης.
Και σκέφτομαι...
Όπου κι αν βρίσκομαι, ό,τι κι αν βασανίζει το μυαλό μου, όποιον δρόμο κι αν πάρω, όποιους κι αν συναντήσω, εκείνο το δέντρο θα είναι πάντα εκεί.
Θα φιλοξενεί πάντα υπομονετικά μυρμήγκια και τζιτζίκια και θα χαρίζει τα φύλλα του στον ηδονικό αέρα και θα δημιουργεί με τα φύλλα του μουσικές και πάντα θα αντικρίζει τον ήλιο κατάματα.
Τι ωραίο συναίσθημα.
Τι να φοβηθείς μετά από αυτό μικρέ μου εαυτέ?
Τι μπορεί να είναι πιο δυνατό από την ίδια τη ζωή?
Τι μπορεί να είναι πιο ισχυρό από το τώρα αν όχι ένα μάτσο μυρμήγκια?
Τι φοβάσαι ψυχή?
Αφού η θάλασσα πάντα υπάρχει και είναι απέραντη και το φεγγάρι είναι τόσο μακριά για να στο πειράξει κάποιος.
Wednesday, August 1, 2007
Τάσεις φυγής
Να φύγω μακριά, μακριά, κι άλλο τόσο και να μην υπάρχει τίποτα και κανείς που να μπορεί να μου θυμίσει το ελάχιστο από αυτά που με πονάνε, από αυτά που φοβάμαι.
Τόσο μακριά. Ξέρω είναι μια ψευδαίσθηση η φυγή αλλά εδώ που φτάσαμε δεν μ' ενδιαφέρει τίποτα.
Δεν θέλω τίποτα παρά μόνο να φύγω κι ας είναι να γυρίσω.
Ένα ατέλειωτο ταξίδι θέλω να είναι η ζωή μου.
Θέλω θάλασσα. Θέλω αέρα. Θέλω λουλούδια και άμμο και πέτρες και στενά.
Θέλω να κλάψω...
Γιατί γύρισα?
Τι φοβήθηκα?
Θέλω να ξαναφύγω.
Μακριά.
Τώρα να κλείσω τα μάτια και να βρεθώ σε εκείνη την παραλία που το μόνο που με ένοιαζε ήταν μην με κάψει ο ήλιος. Σε εκείνο το νησί. Θέλω να φύγω... Ακούει κανείς?
Τόσο μακριά. Ξέρω είναι μια ψευδαίσθηση η φυγή αλλά εδώ που φτάσαμε δεν μ' ενδιαφέρει τίποτα.
Δεν θέλω τίποτα παρά μόνο να φύγω κι ας είναι να γυρίσω.
Ένα ατέλειωτο ταξίδι θέλω να είναι η ζωή μου.
Θέλω θάλασσα. Θέλω αέρα. Θέλω λουλούδια και άμμο και πέτρες και στενά.
Θέλω να κλάψω...
Γιατί γύρισα?
Τι φοβήθηκα?
Θέλω να ξαναφύγω.
Μακριά.
Τώρα να κλείσω τα μάτια και να βρεθώ σε εκείνη την παραλία που το μόνο που με ένοιαζε ήταν μην με κάψει ο ήλιος. Σε εκείνο το νησί. Θέλω να φύγω... Ακούει κανείς?
Saturday, July 14, 2007
Πολλαπλασιασμός ως άλλοθι
Τώρα πια δεν είχε κάτι άλλο κατά νου, είχε μείνει μόνη. Ας μην αναλωθούμε στο γιατί...
Έτσι ήθελε,έτσι ήθελαν, έτσι έπρεπε, δεν ξέρω. Αλλά ήταν μόνη.
Το μόνο που της έμεινε ήταν εκείνος ο καθρέφτης που σπάνια κοίταζε μέσα του τον τελευταίο καιρό.
Δεν είχε χρόνο. Έτσι νόμιζε τουλάχιστον. Δεν ήθελε να κοιτάζει μέσα του και να βλέπει το πρόσωπό της τρομαγμένο και λειψό. Δεν ήθελε να βλέπει τα μάτια της ανέκφραστα, με δυό τεράστιους κύκλους από κάτω να προσπαθούν να χαμογελάσουν για να κοροιδέψουν ποιόν, τον ίδιο της τον εαυτό?
Όμως τώρα δεν υπήρχε άλλος δρόμος... Η ίδια της η μοναξιά την έκρινε, την έστησε ένα βράδι στη γωνία και την ρώτησε:
- Τι θέλεις επιτέλους? Τι θέλεις από μένα?
- Τίποτα.
- Τότε γιατί όλα αυτά?
Δεν απάντησε, μονάχα καθόταν απέναντι από το καθρέφτη και ήλπιζε ο πολλαπλασιασμός της να την βγάλει από τη δύσκολη θέση. Αυτομάτως, να προβάλλει το άλλοθί της δίχως παραπάνω λόγια.
Τα λόγια θα την πρόδιδαν. Γι' αυτό προτίμησε τη σιωπή.
Έστεκε εκεί απέναντι από κείνο τον διάολο και ήθελε απλώς να κρυφτεί διπλά.
Έτσι ήθελε,έτσι ήθελαν, έτσι έπρεπε, δεν ξέρω. Αλλά ήταν μόνη.
Το μόνο που της έμεινε ήταν εκείνος ο καθρέφτης που σπάνια κοίταζε μέσα του τον τελευταίο καιρό.
Δεν είχε χρόνο. Έτσι νόμιζε τουλάχιστον. Δεν ήθελε να κοιτάζει μέσα του και να βλέπει το πρόσωπό της τρομαγμένο και λειψό. Δεν ήθελε να βλέπει τα μάτια της ανέκφραστα, με δυό τεράστιους κύκλους από κάτω να προσπαθούν να χαμογελάσουν για να κοροιδέψουν ποιόν, τον ίδιο της τον εαυτό?
Όμως τώρα δεν υπήρχε άλλος δρόμος... Η ίδια της η μοναξιά την έκρινε, την έστησε ένα βράδι στη γωνία και την ρώτησε:
- Τι θέλεις επιτέλους? Τι θέλεις από μένα?
- Τίποτα.
- Τότε γιατί όλα αυτά?
Δεν απάντησε, μονάχα καθόταν απέναντι από το καθρέφτη και ήλπιζε ο πολλαπλασιασμός της να την βγάλει από τη δύσκολη θέση. Αυτομάτως, να προβάλλει το άλλοθί της δίχως παραπάνω λόγια.
Τα λόγια θα την πρόδιδαν. Γι' αυτό προτίμησε τη σιωπή.
Έστεκε εκεί απέναντι από κείνο τον διάολο και ήθελε απλώς να κρυφτεί διπλά.
Διάλογος 5
- Τι έγινε πάλι?
- Πες μου...
- Τι θέλεις να σου πω? Μα καλά τι πλάσμα είσαι εσύ?Αχόρταγο και άπληστο που το μόνο
που ζητάς είναι να καταπίνεις λεγόμενα ανθρώπων και να φτύνεις τις δικές σου σιωπές στα μούτρα τους.Θρασύτατη σιωπή στολισμένη με γλυκά βλέμματα για συγχώρεση.
Δεν έχεις καταλάβει πως αυτό είναι άδικο...
- Δεν μ' ενδιαφέρει. Εγώ ήρθα εδώ για να ακούω, να ακούω και να μην μιλάω.
- Τι θέλεις, λοιπόν?
- Πες μου για το άπειρο.
-"Το άπειρο είναι για τον άνθρωπο
ότι η γλώσσα για τον κωφάλαλο". Εντάξει?
- Εντάξει.
- Πες μου...
- Τι θέλεις να σου πω? Μα καλά τι πλάσμα είσαι εσύ?Αχόρταγο και άπληστο που το μόνο
που ζητάς είναι να καταπίνεις λεγόμενα ανθρώπων και να φτύνεις τις δικές σου σιωπές στα μούτρα τους.Θρασύτατη σιωπή στολισμένη με γλυκά βλέμματα για συγχώρεση.
Δεν έχεις καταλάβει πως αυτό είναι άδικο...
- Δεν μ' ενδιαφέρει. Εγώ ήρθα εδώ για να ακούω, να ακούω και να μην μιλάω.
- Τι θέλεις, λοιπόν?
- Πες μου για το άπειρο.
-"Το άπειρο είναι για τον άνθρωπο
ότι η γλώσσα για τον κωφάλαλο". Εντάξει?
- Εντάξει.
Wednesday, July 11, 2007
Πες μου
Πες μου πόσα βράδια αναρωτήθηκες?Πόσα βράδια στεκόσουν μπροστά σε ραγισμένους καθρέφτες
και του ζητούσες απεγνωσμένα τα κομμάτια σου?
Πόσα βράδια έκλαψες από φόβο και το επόμενο πρωί έδινες ρεσιτάλ αφοβίας στους φίλους σου?
Πόσα βράδια μίλησες στο θεό κι εκείνος δεν σου απάντησε?
Πόσα ατελείωτα βράδια έδινες όρκους και ποτέ δεν τους τήρησες?
Πόσα βράδια αυτοαναιρέθηκες, κομματιάστηκες, κλονίστηκες?
Πόσα βράδια παρακάλεσες για φτερά?
Πόσα βράδια έσφιξες τα δόντια και έπνιξες την οργή σου στο μαξιλάρι?
Πόσα βράδια προσπαθούσες να πείσεις τον εαυτό σου ότι όλα αυτά είναι ένα παραμύθι, ένα όνειρο και πόσα ακόμα τσιμπήθηκες για να συνειδητοποιήσεις ότι αυταπατάσαι?
Πόσα?
Πες μου...
γιατί το άπειρο δεν το χωράει το μυαλό μου...
γιατί αυτό το γαμημένο άπειρο δεν το χωρά κανένα μυαλό.
Tuesday, July 10, 2007
Λειβαδίτης και πάλι Λειβαδίτης...
Στέφανος
Λοιπόν? Τι σημασία έχουν πια όλα αυτά! Τόσα λόγια, τόσα όνειρα, τόσοι δρόμοι (για να πας πού?)
Συχνά μισήσαμε ως το θάνατο ή άλλοτε αγαπήσαμε ως
τον εξαγνισμό
η περηφάνια μας έκανε, καμιά φορά να κλάψουμε,
ο εγωισμός
πολλά να στερηθούμε, ο φόβος μήπως αποτύχουμε, η αίσθηση του
ανεκπλήρωτου
όταν είχαμε πετύχει, φιλοδοξίες, τύψεις, γενναιότητες, που
σαν μεγεθυντικοί φακοί μεγάλωναν ως το άπειρο
τον ελάχιστο εαυτό μας...
Και δεν είδαμε τίποτα απ' τον απέραντο κόσμο!
Λοιπόν? Τι σημασία έχουν πια όλα αυτά! Τόσα λόγια, τόσα όνειρα, τόσοι δρόμοι (για να πας πού?)
Συχνά μισήσαμε ως το θάνατο ή άλλοτε αγαπήσαμε ως
τον εξαγνισμό
η περηφάνια μας έκανε, καμιά φορά να κλάψουμε,
ο εγωισμός
πολλά να στερηθούμε, ο φόβος μήπως αποτύχουμε, η αίσθηση του
ανεκπλήρωτου
όταν είχαμε πετύχει, φιλοδοξίες, τύψεις, γενναιότητες, που
σαν μεγεθυντικοί φακοί μεγάλωναν ως το άπειρο
τον ελάχιστο εαυτό μας...
Και δεν είδαμε τίποτα απ' τον απέραντο κόσμο!
"Οι τελευταίοι", Τάσος Λειβαδίτης
Subscribe to:
Posts (Atom)