Απόσπασμα από το βιβλίο του Μίλαν Κούντερα «Η Άγνοια»
«Στα αρχαία ελληνικά η επιστροφή λέγεται νόστος.
Άλγος σημαίνει πόνος.
Νοσταλγία είναι λοιπόν ο πόνος που προκαλεί σε κάποιον η ανικανοποίητη λαχτάρα της επιστροφής. Γι’ αυτήν τη θεμελιακή έννοια οι περισσότεροι Ευρωπαίοι διαθέτουν μια λέξη ελληνικής καταγωγής (nostalgie, nostalgia), κι έπειτα άλλες λέξεις που έχουν τις ρίζες τους στην εθνική γλώσσα : anoranza λένε οι Ισπανοί, saudade λένε οι Πορτογάλοι.
Σε κάθε γλώσσα αυτές οι λέξεις έχουν διαφορετική σημασιολογική απόχρωση. Συχνά σημαίνουν απλώς τη θλίψη που προκαλεί σε κάποιον η αδυναμία να επιστρέψει στη χώρα του. Πόνος, αρρώστια για τη χώρα σου. Αρρώστια για το σπίτι σου. Αυτό που λέγεται στα αγγλικά homesickness. Ή στα γερμανικά : heimweh. Ολλανδικά heimwee. Πρόκειται όμως για μια χωρική συρρίκνωση αυτής της μεγάλης έννοιας. Τα ισλανδικά μια από τις παλαιότερες ευρωπαικές γλώσσες, κάνουν διάκριση ανάμεσα σε δυο όρους : soknudur: νοσταλγία με τη γενική σημασία και heimfra : Πόνος, αρρώστια για τη χώρα σου.
Οι Τσέχοι, πλάι στη λέξη νοσταλγία, που την πήραν από τα ελληνικά, έχουν δικό τους ουσιαστικό για αυτήν την έννοια : steck, και δικό τους ρήμα, η συγκινητικότερη ερωτική φράση των Τσέχων : styka se mi po tobe : σε νοσταλγώ, δεν μπορώ να υποφέρω τον πόνο της απουσίας σου.
Στα ισπανικά η anoranza βγαίνει από το ρήμα anorar (νοσταλγώ), που βγαίνει από το καταλανικό ignore (αγνοώ). Στο φως της ετυμολογίας η νοσταλγία εμφανίζεται σαν πόνος της άγνοιας. Είσαι μακριά και δεν ξέρω τι γίνεσαι….»
Μου αρέσουν οι λέξεις και η βαρύτητα που διαθέτουν. Δεν είναι απλές. Κάθε λέξη κρύβει πίσω της μια πολυσήμαντη έννοια, μια δυναμική, μια ουσιώδη σημασία.
Δυστυχώς εμείς οι άνθρωποι τις έχουμε υπεραπλουστεύσει σε βαθμό που τείνουμε να τις εξευτελίσουμε.
Δίνουμε φιλιά, όταν φιλί σημαίνει αγάπη.
Αγαπάμε, με την προυπόθεση της ανταπόδοσης.
Έχουμε φίλους, ενώ έχουμε γνωστούς.
Λέμε πιστεύουμε, ενώ ζητούμε αποδείξεις.
Ονειρευόμαστε, χωρίς να δεχόμαστε τη διάψευση.
Υποστηρίζουμε πως είμαστε άνθρωποι ενώ κατά βάση έχουμε γίνει ηθοποιοί.
Οι λέξεις είναι τόσο όμορφες, τόσο έξυπνα πλασμένες αλλά δυστυχώς τις έχουμε καταντήσει ανούσιες και κατά συνέπεια περιττές.
Διαβάζοντας χθες βράδυ το παραπάνω απόσπασμα σκεφτόμουν ότι για το μόνο πράγμα που πραγματικά αισθάνομαι νοσταλγία είναι για τα παιδικά μου χρόνια.
Τα χρόνια εκείνα όπου χωρίς να το ξέρω, να το επιδιώκω και να το σκέφτομαι βίωνα την απόλυτη αγνότητα, οπότε την απόλυτη ευτυχία. Και αυτή η απομάκρυνση από την προσωπική μου ουσία, την προσωπική μου ακατέργαστη σκοπιά για τον κόσμο με πονάει πολύ. Με εξουθενώνει. Με θλίβει.
Θέλω να ξαναγίνω παιδί. Δάκρυα έρχονται στα μάτια σαν το σκέφτομαι.
Θέλω να ξαναγυρίσω σε εκείνο τον δρόμο, Ποσειδώνος 17.
Να ξαναγυρίσω στη μονοκατοικία μας, στο μικρό δωματιάκι μου.
Να ξαναπαίξω σε εκείνη την αυλή.
Να ξανακάνω νεκροταφείο για ζώα
Να ξανακλάψω επειδή πέθανε το παπαγαλάκι μου.
Να ξανανιώσω εκείνη την ατελείωτη ντροπή που ένιωθα όταν μου μιλούσαν οι άνθρωποι.
Να ξανανιώσω εκείνη την άγνοια και αγνότητα της παιδικής ηλικίας που δυστυχώς πέρασε και πίσω δεν μπορεί να ξαναγυρίσει.
Νιώθω δυστυχής γι’ αυτό.
3 comments:
αληθεια, εισαι μονο 23? ποτε προλαβες να απομακρυνθεις τοσο ωστε τοσο νοστο να νιωθεις για τα παιδικα σου χρονια? οταν θα γινεις 43 πως θα αισθανεσαι?
balabala bambaluna
μου αρεσεις οπως γραφεις. θα σε ξαναεπισκεφθω. να 'σαι καλα.
balabala bambaluna
Balabala bambaluna δεν ξέρω πως θα αισθάνομαι στα 43 αλλά έστω κι αν είμαι 23 αυτό για το οποίο νιώθω νοσταλγία δεν είναι ούτε τόπος, ούτε κάποιος άνθρωπος.
Είναι για τα παιδικά χρόνια που τόσο ωραία κυλούσαν μέσα στην άγνοια.
Εσύ γιατί νιώθεις νοσταλγία? (αν επιτρέπεται)
Ευχαριστώ που πέρασες.
Να σαι καλά...
Post a Comment